ῥυστάζω

ῥυστάζω
drag about
pres subj act 1st sg
ῥυστάζω
drag about
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ρυστάζω — Α (θαμ. τού ῥύομαι [ΙΙ]) σύρω κάποιον ή κάτι εδώ κι εκεί, περιφέρω με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικό παράγωγο < θ. ῥυ τού ἐρύω (Ι) «τραβώ, σύρω», που εμφανίζει δυσερμήνευτο σ (πρβλ. ῥυσ τήρ)] …   Dictionary of Greek

  • ῥυστάζει — ῥυστάζω drag about pres ind mp 2nd sg ῥυστάζω drag about pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρύσταζεν — ῥυστάζω drag about imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζειν — ῥυστάζω drag about pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζεσθαι — ῥυστάζω drag about pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζεσκε — ῥυστάζω drag about imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζεσκεν — ῥυστάζω drag about imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζοντας — ῥυστάζω drag about pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστάζοντες — ῥυστάζω drag about pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστῶ — ῥυστάζω drag about fut ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.